tropezar
Pronunciation
/tɾˌopeθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "tropezar"στα ισπανικά

tropezar
01

σκοντάφτω, σκοντάφτω

perder momentáneamente el equilibrio al chocar con algo con los pies al caminar o correr
tropezar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tropiezo
γ΄ ενικό πρόσωπο
tropieza
ενεστώτα μετοχή
tropezando
απλός αόριστος
tropezó
παθητική μετοχή
tropezado
Παραδείγματα
Pedro tropezó y perdió su mochila.
Ο Πέδρο σκόνταψε και έχασε το σακίδιό του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store