Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tropezar
01
σκοντάφτω, σκοντάφτω
perder momentáneamente el equilibrio al chocar con algo con los pies al caminar o correr
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tropiezo
γ΄ ενικό πρόσωπο
tropieza
ενεστώτα μετοχή
tropezando
απλός αόριστος
tropezó
παθητική μετοχή
tropezado
Παραδείγματα
Pedro tropezó y perdió su mochila.
Ο Πέδρο σκόνταψε και έχασε το σακίδιό του.



























