Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
versátil
01
πολύπλευρος
que se adapta con facilidad a diferentes funciones, situaciones o actividades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más versátil
συγκριτικός βαθμός
más versátil
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
versátil
αρσενικό πληθυντικό
versátiles
θηλυκό ενικό
versátil
θηλυκό πληθυντικό
versátiles
Παραδείγματα
Juan es muy versátil y puede trabajar en distintas áreas.
Ο Χουάν είναι πολύ ευέλικτος και μπορεί να εργαστεί σε διάφορους τομείς.



























