Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
resolutivo
01
αποφασιστικός, επιλύσιμος
que tiene capacidad para tomar decisiones rápidas y efectivas, o resolver problemas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más resolutivo
συγκριτικός βαθμός
más resolutivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
resolutivo
αρσενικό πληθυντικό
resolutivos
θηλυκό ενικό
resolutiva
θηλυκό πληθυντικό
resolutivas
Παραδείγματα
Me parece resolutivo actuar rápidamente en situaciones difíciles.
Μου φαίνεται αποφασιστικό να ενεργώ γρήγορα σε δύσκολες καταστάσεις.



























