Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hippy
01
χίπης
que sigue la cultura, moda o estilo de vida asociado con los movimientos contraculturales de los años 60 y 70
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
hippy
αρσενικό πληθυντικό
hippies
θηλυκό ενικό
hippy
θηλυκό πληθυντικό
hippies
Παραδείγματα
Ella es hippy y practica la vida ecológica.
Είναι χίπης και ασκεί την οικολογική ζωή.



























