chicano
chi
ʧi
chi
ca
ˈka
ka
no
no
no
rellanoancianopantanohermano

Ορισμός και σημασία του "chicano"στα ισπανικά

01

μεξικανο-αμερικανικός, σχετικός με άτομα μεξικανικής καταγωγής που ζουν στις Ηνωμένες Πολιτείες

relativo a las personas de origen mexicano que viven en Estados Unidos 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
chicano
αρσενικό πληθυντικό
chicanos
θηλυκό ενικό
chicana
θηλυκό πληθυντικό
chicanas
Παραδείγματα
Juan es chicano y vive en Los Ángeles. 

Ο Χουάν είναι Τσικάνο και ζει στο Λος Άντζελες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store