el epílogo
epí
ˈepi
epi
lo
lo
lo
go
ɣo
gho

Ορισμός και σημασία του "epílogo"στα ισπανικά

01

επίλογος, τελικό σημείωμα

parte final de una obra literaria, teatral o cinematográfica que cierra o comenta la historia 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
epílogos
Παραδείγματα
El libro termina con un epílogo escrito por el autor. 

Το βιβλίο τελειώνει με ένα επίλογο γραμμένο από τον συγγραφέα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store