Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
teñir
01
βάφω
aplicar color artificial al cabello para cambiar su tono
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tiño
γ΄ ενικό πρόσωπο
tiñe
ενεστώτα μετοχή
tiñendo
απλός αόριστος
tiñó
παθητική μετοχή
teñido
Παραδείγματα
Quiero teñir mi cabello de negro.
Θέλω να βάψω τα μαλλιά μου μαύρα.



























