teñir
te
te
te
ñir
ˈɲiɾ
niir
morirvenirfreírrugir

Ορισμός και σημασία του "teñir"στα ισπανικά

teñir
01

βάφω

aplicar color artificial al cabello para cambiar su tono 
teñir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tiño
γ΄ ενικό πρόσωπο
tiñe
ενεστώτα μετοχή
tiñendo
απλός αόριστος
tiñó
παθητική μετοχή
teñido
Παραδείγματα
Quiero teñir mi cabello de negro. 

Θέλω να βάψω τα μαλλιά μου μαύρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store