teñir
Pronunciation
/teɲˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "teñir"στα ισπανικά

teñir
01

βάφω

aplicar color artificial al cabello para cambiar su tono
teñir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tiño
γ΄ ενικό πρόσωπο
tiñe
ενεστώτα μετοχή
tiñendo
απλός αόριστος
tiñó
παθητική μετοχή
teñido
Παραδείγματα
Los adolescentes a veces tiñen su cabello de colores llamativos.
Οι έφηβοι βάφουν μερικές φορές τα μαλλιά τους σε έντονα χρώματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store