la presión arterial
pres
ˈpɾes
πρεσ
ión
jon
γον
ar
aɾ
αρ
ter
teɾ
τερ
ial
jal
γαλ

Ορισμός και σημασία του "presión arterial"στα ισπανικά

La presión arterial
01

αρτηριακή πίεση, πίεση αίματος

fuerza que ejerce la sangre contra las paredes de las arterias mientras circula por el cuerpo 
la presión arterial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El médico revisó mi presión arterial. 

Ο γιατρός έλεγξε την αρτηριακή μου πίεση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store