teclear
tec
tek
tek
lear
ˈleaɾ
lear
taclear

Ορισμός και σημασία του "teclear"στα ισπανικά

teclear
01

πληκτρολογώ, πατάω πλήκτρα

pulsar las teclas de un teclado para escribir o dar órdenes a una computadora 
teclear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tecleo
γ΄ ενικό πρόσωπο
teclea
ενεστώτα μετοχή
tecleando
απλός αόριστος
tecleó
παθητική μετοχή
tecleado
Παραδείγματα
Tecleo muy rápido en el ordenador. 

Πληκτρολογώ πολύ γρήγορα στον υπολογιστή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store