Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
teclear
01
πληκτρολογώ, πατάω πλήκτρα
pulsar las teclas de un teclado para escribir o dar órdenes a una computadora
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tecleo
γ΄ ενικό πρόσωπο
teclea
ενεστώτα μετοχή
tecleando
απλός αόριστος
tecleó
παθητική μετοχή
tecleado
Παραδείγματα
Tecleo muy rápido en el ordenador.
Πληκτρολογώ πολύ γρήγορα στον υπολογιστή.



























