Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clicar
01
κλικ, κάνω κλικ
pulsar un botón del ratón o de un dispositivo para seleccionar algo en la pantalla
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
clico
γ΄ ενικό πρόσωπο
clica
ενεστώτα μετοχή
clicando
απλός αόριστος
clicó
παθητική μετοχή
clicado
Παραδείγματα
Clica en el enlace para abrir la página.
Κάντε κλικ στον σύνδεσμο για να ανοίξετε τη σελίδα.
LanGeek



























