Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
predecir
01
προβλέπω
decir o estimar lo que sucederá en el futuro
Παραδείγματα
Predijo con precisión la evolución de la enfermedad.
Πρόβλεψε με ακρίβεια την εξέλιξη της ασθένειας.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προβλέπω