Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
predecir
01
προβλέπω
decir o estimar lo que sucederá en el futuro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
predigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
predice
ενεστώτα μετοχή
prediciendo
απλός αόριστος
predijo
παθητική μετοχή
predicho
Παραδείγματα
Predijeron un aumento de temperatura.
Προβλέπω βοηθά στην εκτίμηση του τι θα συμβεί στο μέλλον.



























