predecir
Pronunciation
/pɾˌeðeθˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "predecir"στα ισπανικά

predecir
01

προβλέπω

decir o estimar lo que sucederá en el futuro
predecir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
predigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
predice
ενεστώτα μετοχή
prediciendo
απλός αόριστος
predijo
παθητική μετοχή
predicho
Παραδείγματα
Predijo con precisión la evolución de la enfermedad.
Πρόβλεψε με ακρίβεια την εξέλιξη της ασθένειας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store