protestante
Pronunciation
/pɾˌotestˈante/

Ορισμός και σημασία του "protestante"στα ισπανικά

protestante
01

προτεσταντικός, σχετικός με τον προτεσταντισμό

relativo a las iglesias y creencias que surgieron del cristianismo reformado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
protestante
αρσενικό πληθυντικό
protestantes
θηλυκό ενικό
protestante
θηλυκό πληθυντικό
protestantes
Παραδείγματα
La iglesia protestante celebra sus cultos los domingos.
Η προτεσταντική εκκλησία τελεί τις λατρευτικές της τελετές τις Κυριακές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store