Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
protestante
01
προτεσταντικός, σχετικός με τον προτεσταντισμό
relativo a las iglesias y creencias que surgieron del cristianismo reformado
Παραδείγματα
La iglesia protestante celebra sus cultos los domingos.
Η προτεσταντική εκκλησία τελεί τις λατρευτικές της τελετές τις Κυριακές.



























