razonar
ra
ra
ra
zo
θo
tho
nar
ˈnar
nar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "razonar"στα ισπανικά

razonar
01

συλλογίζομαι, σκέφτομαι λογικά

pensar de manera lógica para llegar a conclusiones o tomar decisiones 
razonar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
razono
γ΄ ενικό πρόσωπο
razona
ενεστώτα μετοχή
razonando
απλός αόριστος
razonó
παθητική μετοχή
razonado
Παραδείγματα
Él razonó que era mejor esperar. 

Συλλογίστηκε ότι ήταν καλύτερα να περιμένει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store