Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
razonar
01
συλλογίζομαι, σκέφτομαι λογικά
pensar de manera lógica para llegar a conclusiones o tomar decisiones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
razono
γ΄ ενικό πρόσωπο
razona
ενεστώτα μετοχή
razonando
απλός αόριστος
razonó
παθητική μετοχή
razonado
Παραδείγματα
Ella razonó que había otra solución posible.
Αυτή συλλογίστηκε ότι υπήρχε μια άλλη πιθανή λύση.



























