razonar
Pronunciation
/rˌaθonˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "razonar"στα ισπανικά

razonar
01

συλλογίζομαι, σκέφτομαι λογικά

pensar de manera lógica para llegar a conclusiones o tomar decisiones
razonar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
razono
γ΄ ενικό πρόσωπο
razona
ενεστώτα μετοχή
razonando
απλός αόριστος
razonó
παθητική μετοχή
razonado
Παραδείγματα
Ella razonó que había otra solución posible.
Αυτή συλλογίστηκε ότι υπήρχε μια άλλη πιθανή λύση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store