Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El malentendido
01
παρεξήγηση, παρερμηνεία
confusión o error que ocurre cuando alguien interpreta algo de manera incorrecta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
malentendidos
Παραδείγματα
Hubo un malentendido entre los colegas.
Υπήρξε μια παρεξήγηση μεταξύ των συναδέλφων.



























