el crayón
crayón
kɾaʝon
krayon
monzónperdónapagónhalcón

Ορισμός και σημασία του "crayón"στα ισπανικά

01

κηρομoλυβδο, χρωματιστό μολύβι

barra de cera o pigmento que se usa para dibujar o colorear 
el crayón definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
crayones
Παραδείγματα
Compré un crayón rojo para dibujar. 

Αγόρασα ένα κόκκινο κραγιόνι για να ζωγραφίσω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store