reprobar
rep
ˈrep
rep
ro
ɾo
ro
bar
βaɾ
bar
reprochar

Ορισμός και σημασία του "reprobar"στα ισπανικά

reprobar
01

αποτυγχάνω

no aprobar un examen, curso o evaluación 
reprobar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
repruebo
γ΄ ενικό πρόσωπο
reprueba
ενεστώτα μετοχή
reprobando
απλός αόριστος
reprobó
παθητική μετοχή
reprobado
Παραδείγματα
Reprobé el examen de matemáticas. 

Απέτυχα στην εξέταση των μαθηματικών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store