Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marinar
01
μαρινάρω, αποθηκεύω σε μαρινάδα
sumergir alimentos en una mezcla de líquidos y especias para darles sabor o ablandarlos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
marino
γ΄ ενικό πρόσωπο
marina
ενεστώτα μετοχή
marinando
απλός αόριστος
marinó
παθητική μετοχή
marinado
Παραδείγματα
Mariné los camarones con limón y ajo.
Μαρίναρα τις γαρίδες με λεμόνι και σκόρδο.



























