Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El trapecio
01
τραπέζιο
figura geométrica con cuatro lados, dos de los cuales son paralelos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trapecios
Παραδείγματα
Dibujé un trapecio en la hoja de matemáticas.
Ζωγράφισα ένα τραπέζιο στο φύλλο των μαθηματικών.
02
τραπέζιο, ράβδος τραπεζίου
una barra horizontal suspendida por dos cuerdas o cables, utilizada en acrobacias aéreas
Παραδείγματα
El artista de circo se balanceaba en el trapecio con gran elegancia.
Ο καλλιτέχνης του τσίρκου κουνιόταν στο τραπέζιο με μεγάλη κομψότητα.



























