Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multilingüe
01
πολύγλωσσος
que habla, comprende o utiliza varias lenguas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más multilingüe
συγκριτικός βαθμός
más multilingüe
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
multilingüe
αρσενικό πληθυντικό
multilingües
θηλυκό ενικό
multilingüe
θηλυκό πληθυντικό
multilingües
Παραδείγματα
La empresa busca empleados multilingües.
Η εταιρεία αναζητά πολύγλωσσους υπαλλήλους.



























