el orfebre
or
ορ
feb
ˈfeβ
φεβ
re
ɾe
ρε
fiebre

Ορισμός και σημασία του "orfebre"στα ισπανικά

01

χρυσοχόος,κοσμηματοποιός, طلاکار

persona que trabaja metales preciosos para crear o reparar joyas y objetos decorativos 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
orfebres
Παραδείγματα
El orfebre creó un anillo de oro único. 

Ο χρυσοχόος δημιούργησε ένα μοναδικό χρυσό δαχτυλίδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store