Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El oficio
01
επάγγελμα, τέχνη
actividad o trabajo que alguien realiza, especialmente como profesión o habilidad manual
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
oficios
Παραδείγματα
Mi padre aprendió el oficio de carpintero.
Ο πατέρας μου έμαθε το επάγγελμα του ξυλουργού.
02
καθήκον, υποχρέωση
tarea, responsabilidad o función que alguien debe cumplir
Παραδείγματα
Cumplió con el oficio que le asignaron.
Εκπλήρωσε το αξίωμα που του ανατέθηκε.



























