Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El oficio
01
επάγγελμα, τέχνη
actividad o trabajo que alguien realiza, especialmente como profesión o habilidad manual
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
oficios
Παραδείγματα
Cada oficio tiene técnicas específicas que se deben aprender.
Κάθε επάγγελμα έχει συγκεκριμένες τεχνικές που πρέπει να μάθει.
02
καθήκον, υποχρέωση
tarea, responsabilidad o función que alguien debe cumplir
Παραδείγματα
El secretario cumplió con el oficio de redactar el informe.
Ο γραμματέας εκπλήρωσε το καθήκον της σύνταξης της έκθεσης.



























