Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ofensa
01
προσβολή, ύβρις
acto o palabra que hiere o desagrada a alguien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ofensas
Παραδείγματα
Sus palabras causaron una gran ofensa entre los presentes.
Τα λόγια του προκάλεσαν μεγάλη προσβολή μεταξύ των παρόντων.



























