Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obstaculizar
01
εμποδίζω, παρεμποδίζω
dificultar o impedir el desarrollo o avance de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
obstaculizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
obstaculiza
ενεστώτα μετοχή
obstaculizando
απλός αόριστος
obstaculizó
παθητική μετοχή
obstaculizado
Παραδείγματα
Obstaculizaron la investigación durante meses.
Παρεμπόδισαν την έρευνα για μήνες.



























