obstaculizar
obstaculizar

Ορισμός και σημασία του "obstaculizar"στα ισπανικά

obstaculizar
01

εμποδίζω, παρεμποδίζω

dificultar o impedir el desarrollo o avance de algo 
obstaculizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
obstaculizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
obstaculiza
ενεστώτα μετοχή
obstaculizando
απλός αόριστος
obstaculizó
παθητική μετοχή
obstaculizado
Παραδείγματα
La lluvia obstaculizó el trabajo. 

Η βροχή εμπόδισε την εργασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store