obsoleto
ob
ob
ομπ
so
so
σο
le
ˈle
λε
to
to
το
inquietocuartetoparapetobisnieto

Ορισμός και σημασία του "obsoleto"στα ισπανικά

01

απαρχαιωμένος,ξεπερασμένος, ، غیرمتداول

que ha caído en desuso por estar anticuado o superado 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas obsoleto
συγκριτικός βαθμός
mas obsoleto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
obsoleto
αρσενικό πληθυντικό
obsoletos
θηλυκό ενικό
obsoleta
θηλυκό πληθυντικό
obsoletas
θεματικό πεδίο
tecnología, evaluación
Παραδείγματα
El sistema de archivos es obsoleto. 

Το σύστημα αρχείων είναι ξεπερασμένο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store