la objeción
objeción
obxet͡ʃjon
obkhetshyon
oblación

Ορισμός και σημασία του "objeción"στα ισπανικά

01

αντίρρηση

expresión de desacuerdo o rechazo 
la objeción definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
objeciones
Παραδείγματα
El abogado levantó una objeción. 

Ο δικηγόρος έθεσε αντίρρηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store