Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La objeción
01
αντίρρηση
expresión de desacuerdo o rechazo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
objeciones
Παραδείγματα
La objeción fue aceptada por el tribunal.
Η ένσταση έγινε αποδεκτή από το δικαστήριο.



























