novedoso
novedoso

Ορισμός και σημασία του "novedoso"στα ισπανικά

01

νέος, πρωτότυπος

que es nuevo, original o que se sale de lo común 
novedoso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más novedoso
συγκριτικός βαθμός
más novedoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
novedoso
αρσενικό πληθυντικό
novedosos
θηλυκό ενικό
novedosa
θηλυκό πληθυντικό
novedosas
θεματικό πεδίο
innovación, cualidad, evaluación
Παραδείγματα
Es un método muy novedoso. 

Είναι μια πολύ καινοτόμος μέθοδος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store