el notario
notario
notorio

Ορισμός και σημασία του "notario"στα ισπανικά

01

συμβολαιογράφος, δημόσιος υπάλληλος

un funcionario público autorizado para dar fe de la autenticidad de firmas, documentos y actos jurídicos 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
notarios
Παραδείγματα
El notario certificó la firma en el contrato de compraventa. 

Ο συμβολαιογράφος πιστοποίησε την υπογραφή στη σύμβαση πώλησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store