Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
norteamericano
01
βορειοαμερικανικός, σχετικός με τη Βόρεια Αμερική
relativo a América del Norte o a sus habitantes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
norteamericano
αρσενικό πληθυντικό
norteamericanos
θηλυκό ενικό
norteamericana
θηλυκό πληθυντικό
norteamericanas
θεματικό πεδίο
geografía, identidad, nacionalidad
Παραδείγματα
Ella es norteamericana y vive en Canadá.
Είναι Βορειοαμερικανίδα και ζει στον Καναδά.
LanGeek



























