Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El nacionalismo
01
εθνικισμός
ideología que enfatiza la lealtad y devoción a la nación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El nacionalismo puede unir o dividir a un país.
Ο εθνικισμός μπορεί να ενώσει ή να διαιρέσει μια χώρα.



























