motivado

Ορισμός και σημασία του "motivado"στα ισπανικά

01

παρακινημένος, ενθουσιώδης

que tiene entusiasmo o razón para actuar
motivado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más motivado
συγκριτικός βαθμός
más motivado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
motivado
αρσενικό πληθυντικό
motivados
θηλυκό ενικό
motivada
θηλυκό πληθυντικό
motivadas
Παραδείγματα
Aunque estaba cansado, se mantuvo motivado.
Αν και ήταν κουρασμένος, παρέμεινε παρακινημένος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store