la monarquía
mo
mo
μο
nar
naɾ
ναρ
quía
ˈkia
κια
patologíaartesaníazapateríapiratería

Ορισμός και σημασία του "monarquía"στα ισπανικά

01

μοναρχία, μοναρχικό καθεστώς

forma de gobierno en la que un rey o reina ejerce el poder 
la monarquía definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
España es una monarquía. 

Η Ισπανία είναι μοναρχία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store