moderado
moderado
modeladomostrado

Ορισμός και σημασία του "moderado"στα ισπανικά

01

μετριοπαθής

que evita los extremos y mantiene opiniones o posiciones equilibradas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más moderado
συγκριτικός βαθμός
más moderado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
moderado
αρσενικό πληθυντικό
moderados
θηλυκό ενικό
moderada
θηλυκό πληθυντικό
moderadas
Παραδείγματα
Su discurso fue moderado y conciliador. 

Η ομιλία του ήταν μετριοπαθής και συμφιλιωτική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store