miserable

Ορισμός και σημασία του "miserable"στα ισπανικά

01

άθλιος, δυστυχής

extremadamente infeliz o en condiciones lamentables
miserable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más miserable
συγκριτικός βαθμός
más miserable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
miserable
αρσενικό πληθυντικό
miserables
θηλυκό ενικό
miserable
θηλυκό πληθυντικό
miserables
Παραδείγματα
Me sentí miserable al ver la devastación tras la tormenta.
Ένιωσα άθλιος βλέποντας την καταστροφή μετά την καταιγίδα.

Λεξικό Δέντρο

miserable
miser
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store