Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
metálico
01
μεταλλικός, μεταλλικός
hecho de metal o relacionado con el metal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
metálico
αρσενικό πληθυντικό
metálicos
θηλυκό ενικό
metálica
θηλυκό πληθυντικό
metálicas
Παραδείγματα
La puerta metálica es muy resistente.
Η μεταλλική πόρτα είναι πολύ ανθεκτική.
El metálico
01
μετρητά
dinero en efectivo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El cajero entregó el metálico solicitado.
Ο ταμίας παρέδωσε τα ζητούμενα μετρητά.



























