metropolitano

Ορισμός και σημασία του "metropolitano"στα ισπανικά

metropolitano
01

μητροπολιτικός, αστικός

relacionado con una ciudad grande o capital y su área urbana
metropolitano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
metropolitano
αρσενικό πληθυντικό
metropolitanos
θηλυκό ενικό
metropolitana
θηλυκό πληθυντικό
metropolitanas
Παραδείγματα
Los servicios metropolitano incluyen hospitales y escuelas.
Οι μητροπολιτικές υπηρεσίες περιλαμβάνουν νοσοκομεία και σχολεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store