mascar
mas
mas
mas
car
ˈkaɾ
kar
marcar

Ορισμός και σημασία του "mascar"στα ισπανικά

mascar
01

μασάω

triturar la comida con los dientes en la boca antes de tragarla 
mascar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
masco
γ΄ ενικό πρόσωπο
masca
ενεστώτα μετοχή
mascando
απλός αόριστος
mascó
παθητική μετοχή
mascado
Παραδείγματα
Debes mascar la carne lentamente para una buena digestión. 

Πρέπει να μασάς το κρέας αργά για καλή πέψη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store