Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mascar
01
μασάω
triturar la comida con los dientes en la boca antes de tragarla
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
masco
γ΄ ενικό πρόσωπο
masca
ενεστώτα μετοχή
mascando
απλός αόριστος
mascó
παθητική μετοχή
mascado
Παραδείγματα
Este pan está tan duro que cuesta mascarlo.
Αυτό το ψωμί είναι τόσο σκληρό που είναι δύσκολο να το μασήσεις.



























