la marioneta

Ορισμός και σημασία του "marioneta"στα ισπανικά

01

μαριονέτα, κούκλα με νήματα

un muñeco articulado que se mueve mediante hilos o cuerdas desde arriba
la marioneta definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
marionetas
Παραδείγματα
La marioneta del príncipe tenía una capa de terciopelo púrpura.
Η μαριονέτα του πρίγκιπα είχε μια κάπα από μωβ βελούδο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store