Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maligno
01
κακοήθης
que es canceroso y tiene la capacidad de invadir otros tejidos y extenderse por el cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más maligno
συγκριτικός βαθμός
más maligno
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
maligno
αρσενικό πληθυντικό
malignos
θηλυκό ενικό
maligna
θηλυκό πληθυντικό
malignas
Παραδείγματα
La biopsia confirmó que el tumor era maligno.
Η βιοψία επιβεβαίωσε ότι ο όγκος ήταν κακοήθης.



























