gico
ˈlo
lo
gi
xi
khi
co
ko
ko
lógica

Ορισμός και σημασία του "lógico"στα ισπανικά

01

λογικός

que sigue un razonamiento ordenado y coherente 
lógico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más lógico
συγκριτικός βαθμός
más lógico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lógico
αρσενικό πληθυντικό
lógicos
θηλυκό ενικό
lógica
θηλυκό πληθυντικό
lógicas
θεματικό πεδίο
razonamiento, pensamiento, coherencia
Παραδείγματα
Es lógico pensar antes de actuar. 

Είναι λογικό να σκέφτεσαι πριν δράσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store