rico
ˈli
li
ri
ɾi
ri
co
ko
ko
satírico

Ορισμός και σημασία του "lírico"στα ισπανικά

01

λυρικός, ποιητικός

relacionado con la poesía o la expresión de sentimientos y emociones personales 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lírico
αρσενικό πληθυντικό
líricos
θηλυκό ενικό
lírica
θηλυκό πληθυντικό
líricas
θεματικό πεδίο
literatura, poesía, arte
Παραδείγματα
El poeta escribió un hermoso poema lírico. 

Ο ποιητής έγραψε ένα όμορφο λυρικό ποίημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store