Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lírico
01
λυρικός, ποιητικός
relacionado con la poesía o la expresión de sentimientos y emociones personales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lírico
αρσενικό πληθυντικό
líricos
θηλυκό ενικό
lírica
θηλυκό πληθυντικό
líricas
Παραδείγματα
El poeta escribió un hermoso poema lírico.
Ο ποιητής έγραψε ένα όμορφο λυρικό ποίημα.



























