lírico

Ορισμός και σημασία του "lírico"στα ισπανικά

01

λυρικός, ποιητικός

relacionado con la poesía o la expresión de sentimientos y emociones personales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lírico
αρσενικό πληθυντικό
líricos
θηλυκό ενικό
lírica
θηλυκό πληθυντικό
líricas
Παραδείγματα
Esa novela tiene pasajes muy líricos.
Αυτό το μυθιστόρημα έχει πολύ λυρικά αποσπάσματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store