Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lírico
01
λυρικός, ποιητικός
relacionado con la poesía o la expresión de sentimientos y emociones personales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lírico
αρσενικό πληθυντικό
líricos
θηλυκό ενικό
lírica
θηλυκό πληθυντικό
líricas
Παραδείγματα
Esa novela tiene pasajes muy líricos.
Αυτό το μυθιστόρημα έχει πολύ λυρικά αποσπάσματα.



























