léxico
léxico

Ορισμός και σημασία του "léxico"στα ισπανικά

01

λεξιλογικός

relacionado con el vocabulario de una lengua 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
léxico
αρσενικό πληθυντικό
léxicos
θηλυκό ενικό
léxica
θηλυκό πληθυντικό
léxicas
θεματικό πεδίο
lingüística, vocabulario
Παραδείγματα
El análisis léxico del texto es muy preciso. 

Η λεξιλογική ανάλυση του κειμένου είναι πολύ ακριβής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store