la lupa
lu
ˈlu
loo
pa
pa
pa

Ορισμός και σημασία του "lupa"στα ισπανικά

01

μεγεθυντικός φακός, φακός μεγέθυνσης

instrumento con lente que aumenta la imagen de los objetos 
la lupa definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lupas
Παραδείγματα
Uso la lupa para leer letras pequeñas. 

Χρησιμοποιώ το μεγεθυντικό φακό για να διαβάζω μικρά γράμματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store