llanto
llanto
llano

Ορισμός και σημασία του "llanto"στα ισπανικά

01

κλαίων, δακρυσμένος

que muestra o provoca lágrimas o tristeza 
llanto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más llanto
συγκριτικός βαθμός
más llanto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
llanto
αρσενικό πληθυντικό
llantos
θηλυκό ενικό
llanta
θηλυκό πληθυντικό
llantas
Παραδείγματα
Su voz llanto conmovió a todos en la sala. 

Η κλαίοντα φωνή της συγκίνησε όλους στο δωμάτιο.

01

κλάμα, δάκρυα

expresión de tristeza mediante lágrimas y gemidos 
el llanto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El llanto del bebé despertó a toda la casa. 

Το κλάμα του μωρού ξύπνησε όλο το σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store