litigar
litigar
ligar

Ορισμός και σημασία του "litigar"στα ισπανικά

litigar
01

διαφωνούν, τσακώνονται

discutir o pelear de manera constante y acalorada, especialmente por asuntos sin importancia 
litigar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
litigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
litiga
ενεστώτα μετοχή
litigando
απλός αόριστος
litigó
παθητική μετοχή
litigado
Παραδείγματα
Dejan de litigar por tonterías y haced las paces. 

Σταματήστε να διεκδικείτε για ανοησίες και συμφιλιωθείτε.

02

ασκώ δίωξη, διεκδικώ δικαστικά

llevar un asunto o disputa ante un tribunal; participar en un proceso judicial 
Παραδείγματα
La empresa decidió litigar para defender sus patentes. 

Η εταιρεία αποφάσισε να καταθέσει αγωγή για να υπερασπιστεί τις πατέντες της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store