el litigante
litigante

Ορισμός και σημασία του "litigante"στα ισπανικά

01

δικαζόμενος, μέρος σε δικαστική υπόθεση

una persona que está involucrada en un litigio o pleito judicial; una de las partes en un caso legal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
litigantes
Παραδείγματα
Ambos litigantes presentaron sus argumentos ante el juez. 

Και οι δύο διαδίκους παρουσίασαν τα επιχειρήματά τους μπροστά στον δικαστή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store