el levantamiento
levantamiento

Ορισμός και σημασία του "levantamiento"στα ισπανικά

El levantamiento
01

εξέγερση, ανταρσία

una acción organizada en la que un grupo de personas se rebela contra una autoridad 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
levantamientos
Παραδείγματα
El levantamiento popular tomó al gobierno por sorpresa. 

Η λαϊκή εξέγερση πήρε την κυβέρνηση με έκπληξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store