Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
legislador
01
νομοθετικός, νομοθετικός
que tiene la facultad de hacer o promulgar leyes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
legislador
αρσενικό πληθυντικό
legisladores
θηλυκό ενικό
legisladora
θηλυκό πληθυντικό
legisladoras
Παραδείγματα
El congreso tiene poder legislador.
Το κογκρέσο έχει νομοθετική εξουσία.
El legislador
01
νομοθέτης
una persona, como un diputado o senador, que tiene la función de hacer o reformar las leyes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
legisladores
Παραδείγματα
El legislador presentó una enmienda a la ley.
Ο νομοθέτης υπέβαλε τροπολογία στον νόμο.



























