el lecho
lecho

Ορισμός και σημασία του "lecho"στα ισπανικά

01

superficie o fondo sobre el que se encuentra algo 

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El río cambió su lecho después de la tormenta. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store