Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
languidecer
01
αδυνατίζω, μαραίνομαι
perder fuerza, vitalidad o intensidad, generalmente debido a enfermedad o fatiga
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
languidezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
languidece
ενεστώτα μετοχή
languideciendo
απλός αόριστος
languideció
παθητική μετοχή
languidecido
Παραδείγματα
El vigor del atleta comenzó a languidecer después de la maratón.
Η δύναμη του αθλητή άρχισε να αποδυναμώνεται μετά το μαραθώνιο.



























