languidecer
languidecer

Ορισμός και σημασία του "languidecer"στα ισπανικά

languidecer
01

αδυνατίζω, μαραίνομαι

perder fuerza, vitalidad o intensidad, generalmente debido a enfermedad o fatiga 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
languidezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
languidece
ενεστώτα μετοχή
languideciendo
απλός αόριστος
languideció
παθητική μετοχή
languidecido
Παραδείγματα
El enfermo comenzó a languidecer después de semanas sin poder comer. 

Ο ασθενής άρχισε να αποδυναμώνεται μετά από εβδομάδες χωρίς να μπορεί να φάει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store