jerárquico
jerárquico

Ορισμός και σημασία του "jerárquico"στα ισπανικά

jerárquico
01

ιεραρχικός, ιεραρχικά δομημένος

que sigue una estructura de niveles o rangos 
jerárquico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más jerárquico
συγκριτικός βαθμός
más jerárquico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
jerárquico
αρσενικό πληθυντικό
jerárquicos
θηλυκό ενικό
jerárquica
θηλυκό πληθυντικό
jerárquicas
Παραδείγματα
La empresa tiene una estructura jerárquica clara. 

Η εταιρεία έχει μια σαφή ιεραρχική δομή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store